Τα τέρατα του Χάλοουστοουν - Μέρος 11: Στα πρόθυρα του θανάτου



«Μάλιστα!»

«Τώρα τι κατάλαβες, μου λες; Θα κάτσω να με χειρουργήσουν;»

«Έστερ, δεν ήξερα πως σου αρέσει να φλερτάρεις με τον θάνατο! Ησύχασε και να είσαι δεκτική. Θα σου σώσουν την ζωή».

Μόλις άνοιξαν την πόρτα, παρατήρησαν πως το δωμάτιο ήταν άδειο. Ο Νέιθαν έβαλε την Έστερ να ξαπλώσει σε ένα κρεβάτι και έκατσε δίπλα της υπομονετικά. Ίσα που είχαν περάσει πέντε λεπτά και μια γιατρός άνοιξε την πόρτα.

«Καλησπέρα. Μου είπαν ότι είναι σοβαρό. Ονομάζομαι Κλέρ Ρόουτς και είμαι χειρουργός. Μπορείς, καλή μου, να μου δείξεις την πληγή σου;» Η Έστερ κατέβασε το μανίκι και το βλέμμα της γιατρού πάγωσε. «Πως συνέβη αυτό;»

«Δέχτηκε επίθεση από ζώο. Την βρήκα αιμόφυρτη στο δάσος».

«Και τι ζώο θα μπορούσε να αφήσει τέτοιο τραύμα;»

«Ήταν λύκος», ακούστηκε η φωνή της Έστερ μετά από ώρα. «Ένας τεράστιος λύκος».

«Μάλιστα…» αποκρίθηκε η γιατρός φανερά παραξενεμένη. «Θα κάνουμε μερικές ακτινογραφίες και θα δούμε πως θα προχωρήσουμε».

«Θα είμαι εδώ για ό,τι χρειαστείτε», είπε ο Νέιθαν.

«Όχι, δεν χρειάζεται. Τώρα θα με αναλάβουν οι γιατροί, Νέιθαν».

«Μα…»

«Λυπάμαι, κύριε, αλλά η ασθενής έχει δίκιο. Σε λίγο θα μπει για εξετάσεις και μετά στο χειρουργείο. Θα μπορέσετε να την επισκεφτείτε το πρωί. Πηγαίνετε να ξεκουραστείτε».

«Εντάξει… Θα έρθω να σε δω αύριο, Έστερ».

«Τα λέμε, Νέιθαν», αναφώνησε εκείνη.

Ο Νέιθαν βγήκε από το δωμάτιο και διέσχισε τον διάδρομο που έβγαζε στην έξοδο του νοσοκομείου. Ένιωθε πως το κεφάλι του βούιζε, πως το μυαλό του είχε θολώσει. Πριν ακόμα προλάβει να απομακρυνθεί από το νοσοκομείο, έριξε μια τελευταία ματιά πίσω του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε την διαδρομή του. Μόλις έφτασε έξω από την πόρτα του σπιτιού, έβγαλε με προσοχή τα κλειδιά του και ξεκλείδωσε με αργές και σταθερές κινήσεις. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε εκείνη την στιγμή ήταν να ξυπνήσει την μητέρα του, η οποία σίγουρα θα του έκανε ένα κάρο ερωτήσεις που εκείνος δεν θα μπορούσε να απαντήσει. Και τι να απαντούσε; Ούτε εκείνος γνώριζε τι ακριβώς είχε συμβεί εκείνο το βράδυ. Ο Νέιθαν περπάτησε στις μύτες των ποδιών του και κάνοντας απόλυτη ησυχία, κατάφερε να μπει στο δωμάτιο του. Ξεφύσησε από ανακούφιση. Κοίταξε το ρολόι που ήταν ακουμπισμένο στο κομοδίνο του, έδειχνε τρεις. Σε έξι ώρες θα έπιανε δουλειά, αν και αυτό ήταν το τελευταίο που τον απασχολούσε. Έβγαλε τα παπούτσια του και έπεσε με τα ρούχα στο κρεβάτι. Όσο και να προσπαθούσε, του φαινόταν αδύνατο να κοιμηθεί. Τα κατάφερε μόνο όταν τα βλέφαρα του έγιναν ασύλληπτα βαριά.


Σύντομα η συνέχεια...

Συγγραφέας: Γεωργία Ταουσιάνη

Το παρόν έργο είναι πνευματικά κατοχυρωμένο και προστατεύεται από τον νόμο

63 προβολές0 σχόλια