Τα τέρατα του Χάλοουστοουν - Μέρος 12: Μια ξαφνική συνάντηση





Το επόμενο πρωί είχε φτάσει και η ώρα ζύγωνε οκτώ. Οι ακτίνες του ηλίου τρύπωναν μέσα από το τζάμι του παραθύρου στο δωμάτιο του Νέιθαν και φαίνονταν να τον ενοχλούν. Ίσα που είχε κλείσει τρεις ώρες ύπνου. Ο Νέιθαν άρπαξε με πείσμα το μαξιλάρι του και με αυτό κάλυψε το πρόσωπο του. Εκείνη, όμως, την ώρα χτύπησε το ξυπνητήρι του, χωρίς να τον αφήνει να απολαύσει έστω πέντε λεπτά ύπνου. Εκείνος άπλωσε άτσαλα το χέρι του και το χτύπησε με δύναμη, για να σταματήσει. Ούτε αυτό, όμως, ήταν αρκετό. Η μητέρα του είχε εισβάλει στο δωμάτιο του ως συνήθως, για να σιγουρευτεί πως δεν θα αργούσε στην δουλειά.

«Σήκω, παιδί μου! Θα αργήσεις!» είπε νευρικά.

«Ρε, μαμά! Δεν σου έχω πει να μην έρχεσαι έτσι; Άσε με ήσυχο!»

«Νέιθαν, άστα αυτά. Σήκω, γιατί θα αργήσεις! Έλα, παιδί μου!» αποκρίθηκε και του τράβηξε το πάπλωμα.

«Τώρα τι κατάλαβες με αυτό που έκανες, μου λες;»

«Κατάφερα να σε ξυπνήσω. Άσε τα λόγια και σήκω. Δεν θα το ξαναπώ!»

Ο Νέιθαν πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία του. Χωρίς πολλά λόγια, σηκώθηκε εκνευρισμένος από το κρεβάτι και αφού άλλαξε τα ρούχα του, έκατσε στο τραπέζι για πρωινό.

«Πως κοιμήθηκες χτες; Φαίνεσαι χάλια», συνέχισε η μητέρα του έχοντας τον ίδιο τόνο στην φωνή.

«Όχι ιδιαίτερα καλά. Ξύπνησα μέσα στην νύχτα, κρύωνα μάλλον», κόμπιασε προσπαθώντας να μην προδώσει το γεγονός ότι έλλειπε σχεδόν όλο το βράδυ.

«Καλά, παιδί μου. Θα σου στρώσω άλλη μια κουβέρτα σήμερα, αν είναι. Δεν θέλω μου κρυώσεις».

«Λοιπόν, μαμά… Πρέπει να φύγω. Θα αργήσω».

«Από τώρα; Έχεις ακόμη λίγη ώρα να φας με την ησυχία σου. Ούτε την φέτα σου με την μαρμελάδα δεν πρόλαβες να φας».

«Εε… Έχω να ξεφορτώσω μια παραγγελία σήμερα και πρέπει να πάω λίγο νωρίτερα στην καφετέρια.

«Καλά… Να βάλεις και κασκόλ, έχει παγωνιά έξω!»

Ο Νέιθαν έγνεψε απλά καταφατικά και έβαλε τα παπούτσια του όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Άρπαξε το μπουφάν του και βγήκε έξω κατευθυνόμενος προς την καφετέρια. Η αλήθεια είναι πως δεν είχε καμία παραγγελία να παραλάβει. Απλώς ήθελε να ξεφύγει από τις ερωτήσεις της μητέρας του. Από την μια δεν ήθελε να της λέει ψέματα, αλλά από την άλλη δεν μπορούσε να της πει την αλήθεια για όλα όσα συνέβησαν το προηγούμενο βράδυ. Εδώ ούτε εκείνος είχε συνειδητοποιήσει τα χθεσινά γεγονότα. Πως θα μπορούσε η μητέρα του να διαχειριστεί κάτι τέτοιο; Ο Νέιθαν ήταν τόσο απορροφημένος και χαμένος στις σκέψεις του που δεν είχε καταλάβει πως είχε φτάσει κιόλας στην καφετέρια. Άπλωσε το χέρι του και άνοιξε την ξύλινη πόρτα του μαγαζιού, κάνοντας το καμπανάκι της εισόδου να χτυπήσει. Μπαίνοντας, όμως, στο χώρο συνάντησε κάτι απρόσμενο. Σήκωσε το βλέμμα του και αναπήδησε.

«Επιτέλους, ήρθες! Βαρέθηκα να περιμένω. Νομίζω πως η ήρθε η ώρα να μάθεις τι πραγματικά συμβαίνει στην μικρή πόλη του Χάλοουστοουν», αποκρίθηκε η Έστερ ενώ σχηματίστηκε ένα περίεργο χαμόγελο στο πρόσωπο της.


Σύντομα η συνέχεια...

Συγγραφέας: Γεωργία Ταουσιάνη

Το παρόν έργο είναι πνευματικά κατοχυρωμένο και προστατεύεται από τον νόμο

63 προβολές0 σχόλια

Επικοινώνησε μαζί μας

Τηλέφωνο: 6907942195

Email: tales.whispers1@gmail.com

Facebook: Tales & Whispers

Γίνε μέλος στην ιστοσελίδα μας
και λάβε ξεχωριστές εκπτώσεις! Γίνε ο πρώτος που θα μαθαίνεις τα νέα μας!

Βρες περισσότερες πληροφορίες για την ιστοσελίδα μας

© 2020 by Georgia Taousiani | All Rights Reserved