Τα τέρατα του Χάλοουστοουν- Μέρος 2: Το ανώνυμο τηλεφώνημα



Μέρος 2:


Στο μεταξύ, ενώ όλη η πόλη είχε θορυβηθεί, ο Νέιθαν είχε μόλις σχολάσει από την πρωινή του βάρδια από την καφετερία της περιοχής. Νωχελικός, όπως πάντα με το σακίδιο κρεμασμένο στην πλάτη του, κατευθύνθηκε προς το σπίτι του. Αφού πέρασε μέσα από μερικά στενά δρομάκια, ένα χαμηλό και άχαρο σπίτι ξεπρόβαλλε στο βάθος.

Το σπίτι είχε μυτερή σκεπή, στρωμένη με σκουρόχρωμα κεραμίδια, και έξω από αυτό υπήρχε μια μικρή αυλή. Την στόλιζαν μερικές διάσπαρτες γλάστρες, των οποίων τα φυλλώματα ήταν σκεπασμένα με χιόνι. Ο Νέιθαν έβγαλε το κλειδί από την τσέπη του και πριν προλάβει να το γυρίσει στην κλειδαριά, ακούστηκε η φωνή της μητέρας του από την κουζίνα.

«Νέιθαν, γύρισες;»

«Ναι, μαμά…» ανταπέδωσε εκείνος με έναν μελαγχολικό τόνο στην φωνή.

«Άκουσες τι έγινε;» συνέχισε η μητέρα του ενώ εκείνος είχε μόλις κάτσει στο τραπέζι.

«Πως να μην ακούσω; Όλη η πόλη μιλάει για τον θάνατο του Γουίλι. Μέσα στην καφετέρια ακούστηκαν πάνω από πέντε εκδοχές που εξηγούν τον θάνατο του. Αν και οι περισσότεροι μιλούν για τα τέρατα του Χάλοου…»

«Μην το λες αυτό!» τον διέκοψε ανήσυχη. «Σου έχω πει χιλιάδες φορές πως δεν θέλω να μιλάμε για τέτοια πράγματα!»

«Μα ποιος πιστεύει σε τέτοιες χαζομάρες την σήμερον ημέρα; Αυτά τα πράγματα είναι τρελά!»

«Νέιθαν, σου έχω αφηγηθεί επανειλημμένα τον μυστηριώδη θάνατο του παππού σου στο δάσος. Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει τι έγινε. Αυτές οι γρατζουνιές και αυτά τα δαγκώματα… Ούτε που θέλω να το σκέφτομαι!» μούγκρισε ενώ τα μάτια της γούρλωσαν στιγμιαία.

«Μαμά, το πιθανότερο είναι να συνάντησε κανέναν λύκο ή καμία αρκούδα. Αυτά τα ζώα είναι άγρια! Έτσι λογικά θα σκοτώθηκε και ο Γουίλι. Θα πήγε στο δάσος να κάνει καμιά απερισκεψία».

«Μην μιλάς έτσι για τον Γουίλι. Ήταν ο αδερφός του καλύτερου σου φίλου! Ούτε που πήρες ένα τηλέφωνο τον Μπόμπι, για να δεις τι κάνει. Θα πρέπει να είναι απαρηγόρητος μετά τον θάνατο του αδερφού του».

«Νομίζεις δεν πήρα; Εκατό τηλέφωνα του έκανα, αλλά δεν πήρα απάντηση σε κανένα. Μάλλον θα θέλει τον χρόνο του. Θα του είναι εξαιρετικά δύσκολο όλο αυτό».

«Αγόρι μου, τώρα που τα πράγματα πήραν αυτή την τροπή θέλω να προσέχεις. Ήσουν ο τελευταίος που είδε τον Γουίλι ζωντανό».

«Μαμά, σου το έχω πει χιλιάδες φορές! Δεν ήμουν μαζί με τον Γουίλι. Περπατούσαμε προς την ίδια κατεύθυνση, αλλά ήμασταν σε απέναντι πεζοδρόμια. Όταν φτάσαμε στο τέλος του δρόμου, εγώ έστριψα δεξιά προς το σπίτι μας και εκείνος έστριψε αριστερά προς το δάσος. Με είδε, μάλιστα, και η κυρία Τζόνσον. Χαιρετηθήκαμε, κιόλας. Καθάριζε την αυλή της από το χιόνι. Δεν έχω να φοβάμαι για κάτι…»

Η Αμάντα, η μητέρα του Νέιθαν, έγνεψε απλά συγκαταβατικά δίχως να πει τίποτε άλλο. Έστρωσε το τραπέζι και έκατσαν να φάνε μαζί το μεσημεριανό τους. Μόλις άδειασαν τα πιάτα τους, ο Νέιθαν κατευθύνθηκε αμίλητος προς το δωμάτιο του. Έβγαλε τα παπούτσια και έπεσε με τα ρούχα στο κρεβάτι του.

Επιτέλους ήταν μόνος του, σκέφτηκε. Δεν χρειαζόταν να ακούει την φωνή κανενός. Επιτέλους, μπορούσε να κάτσει ήσυχος και να εκφράσει ελεύθερα τα συναισθήματα του. Αυτή ήταν η αλήθεια. Ο Νέιθαν δεν μπορούσε με τίποτα να δείξει την θλίψη του, όταν ήταν άλλοι μπροστά. Ήταν πολύ κλειστός σαν χαρακτήρας. Τόσο που οι περισσότεροι πίστευαν πως ποτέ δεν υπήρξε χαρούμενος. Μόνο ο Μπόμπι ήξερε τον πραγματικό εαυτό του Νέιθαν. Μόνο σε εκείνον μπορούσε να ανοιχτεί. Και τώρα; Ο καλύτερος του φίλος του βρισκόταν σε μια πολύ δύσκολη κατάσταση και εκείνος δεν μπορούσε με τίποτα να τον βρει.

Ο Νέιθαν πήρε μια βαθιά ανάσα και πήρε το κινητό του στα χέρια του. Προσπάθησε να καλέσει τον Μπόμπι για μια ακόμα φορά. Τίποτα όμως. Το κινητό του παρέμενε κλειστό. Μέσα στα νεύρα του το πέταξε στο πάτωμα μαζί με μερικά μαξιλάρια. Δεν έδωσε σημασία, δεν πήγε καν να τα μαζέψει. Κουλουριάστηκε στο κρεβάτι και το βλέμμα του στράφηκε προς το παράθυρο του δωματίου του.

Το παράθυρο του έβλεπε σε μια απόμερη πλαγιά. Δεν υπήρχαν σπίτια από εκείνη την μεριά. Μόνο μερικά δέντρα και θάμνοι, οι οποίοι ήταν καλυμμένοι από το χιόνι. Εκείνος ο χειμώνας ήταν βαρύς στην μικρή πόλη του Χάλοουστοουν. Παχιές χιονονιφάδες έπεφταν ασταμάτητα τις τελευταίες μέρες καλύπτοντας τα πάντα. Από το τζάμι του παραθύρου του φαινόταν αχνά η αντανάκλαση του Νέιθαν. Τα καστανά του μαλλιά έμοιαζαν ανακατωμένα και τα μελιά μάτια του στραφτάλιζαν σαν καθρέφτες.

Ξάφνου, ο Νέιθαν γύρισε απότομα το κεφάλι του. Το κινητό του χτυπούσε. Έτρεξε σαν τρελός, για να το φτάσει, μέχρι που ανακάλυψε πως το νούμερο που τον καλούσε ήταν άγνωστο. Κοντοστάθηκε διστακτικός για μια στιγμή, αλλά τελικά το σήκωσε.


Σύντομα η συνέχεια...

By Georgia Taousiani

Το παρόν έργο είναι πνευματικά κατοχυρωμένο και προστατεύεται από τον νόμο

5 προβολές

Επικοινώνησε μαζί μας

Τηλέφωνο: 6907942195

Email: tales.whispers1@gmail.com

Facebook: Tales & Whsipers

Γίνε μέλος στην ιστοσελίδα μας
και λάβε ξεχωριστές εκπτώσεις! Γίνε ο πρώτος που θα μαθαίνεις τα νέα μας!

Βρες περισσότερες πληροφορίες για την ιστοσελίδα μας

© 2020 by Georgia Taousiani | All Rights Reserved