Τα τέρατα του Χάλοουστοουν - Μέρος 9: Η δολοφονική επίθεση



«Όχι!» ψέλλισε ο Νέιθαν και τότε ένα από τα δύο πλάσματα τον χτύπησε με το πόδι του. Το μπράτσο του Νέιθαν άρχισε να αιμορραγεί και το αίμα έβαψε το χιόνι κόκκινο. Ο θάνατος ήταν τόσο κοντά…

Όταν τον τέλος πλησίαζε, μέσα από τους θάμνους ξεπήδησε ένα τρίτο πλάσμα. Εκείνο, όμως, ήταν πολύ διαφορετικό. Όρμησε με μανία πάνω στα άλλα δύο και φάνηκε να πολεμούν μεταξύ τους. Ο Νέιθαν τα είχε χάσει. Το ένστικτο της επιβίωσης είχε υπερνικήσει την περιέργεια για το αφύσικο θέαμα, το οποίο αντίκριζε. Προσπάθησε να δραπετεύσει, αλλά τα πόδια του είχαν μουδιάσει και το σώμα του είχε παραλύσει από τον φόβο. Όσο και να το ήθελε, δεν μπορούσε να κουνηθεί. Ήταν λες και κάτι ασύλληπτα βαρύ τον είχε πλακώσει καθιστώντας τον ανίκανο να σηκωθεί. Ο Νέιθαν ένιωθε το κεφάλι του να καίει, να βράζει.

Στο μεταξύ, το τρίτο πλάσμα που είχε φτάσει τελευταίο πάλευε αδίστακτα με τα άλλα δύο. Γρατζουνούσε και δάγκωνε στο λαιμό τους άλλους λύκους. Αν και μειονεκτούσε στον αριθμό το σθένος του ήταν αξιοσημείωτο. Σε μια, όμως, στιγμή, ένας λύκος του επιτέθηκε άγρια και το πέταξε λίγα μέτρα μακριά. Ο Νέιθαν ένιωσε ένα ρίγος να τον διαπερνά. Έβλεπε τις ελπίδες του να χάνονται. Το τρίτο πλάσμα σηκώθηκε με δυσκολία, αφού ήταν βαριά τραυματισμένο, και κοίταξε με βλέμμα επιβλητικό και διαπεραστικό τα άλλα δύο. Τότε σήκωσε ψηλά το κεφάλι με περηφάνια, ανίκανο να παραδεχτεί την ήττα του, και έβγαλε μια κραυγή που όμοια της δεν είχε ξανακουστεί. Το έδαφος σείστηκε και τα πουλιά πέταξαν μακριά από τα κλαδιά των δέντρων κυριευμένα από φόβο. Αυτή ήταν η κραυγή της νίκης. Οι άλλοι δύο λύκοι γούρλωσαν τα παγερά τους μάτια και κατέβασαν το κεφάλι υποταγμένοι. Έστρεψαν αμέσως το βλέμμα τους και οπισθοχώρησαν, παραδεχόμενοι την ήττα τους.

Ο Νέιθαν άρχισε να νιώθει, για πρώτη φορά εδώ και πόση ώρα, τα χέρια του και τα πόδια του να αποδεσμεύονται από το βάρος. Αν και ακόμα δεν είχε ξεπεράσει το σοκ από αυτό που έζησε, ξεφύσησε ικανοποιημένος από ανακούφιση. Το τρίτο πλάσμα, αφού σιγουρεύτηκε πως τα άλλα δύο είχαν φύγει μακριά, έπεσε στο έδαφος ανήμπορο. Οι πληγές του ήταν βαθιές και το αίμα κυλούσε σαν ρυάκι μέσα στο πυκνό, μαύρο του τρίχωμα. Ο Νέιθαν τα είχε χάσει. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί. Τι στο καλό ήταν αυτά τα πλάσματα, αναρωτιόταν. Τις σκέψεις του διέκοψαν οι κραυγές πόνου του ζώου που ήταν σωριασμένο στο χιόνι. Ο Νέιθαν σηκώθηκε αργά και πλησίασε προς το μέρος του. Αν και ήξερε πως αυτό που έκανε ήταν τρελό και εξαιρετικά επικίνδυνο, δεν δίστασε.


Σύντομα η συνέχεια...

Συγγραφέας: Γεωργία Ταουσιάνη

Το παρόν έργο είναι πνευματικά κατοχυρωμένο και προστατεύεται από τον νόμο

59 προβολές0 σχόλια